Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Μια ιστορική αναδρομή για τους διοικητές και υποδιοικητές του ΕΣΥ.


Αντώνη Καραβά υ Αντώνη Καραβά 
Οι διοικητές-μάνατζερ και οι υποδιοικητές δεν υπήρχαν πάντα στο ΕΣΥ. Η αντίσταση του κινήματος στα νοσοκομεία ακύρωνε στην πράξη ή καθυστερούσε την εφαρμογή του θεσμού του μάνατζερ που επιχείρησαν από τις αρχές της δεκαετίας του ΄90 να επιβάλουν οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.
Ο ιδρυτικός νόμος του ΕΣΥ 1397/83 προέβλεπε την διοίκηση των νοσοκομείων από 5μελή και -σε πάνω από 300 κλίνες- από 7μελή συμβούλια με διορισμένο πρόεδρο (και αντιπρόεδρο στα 7μελή Δ.Σ.).
Το διοικητικό μοντέλο είχε τα χαρακτηριστικά της στενής σχέσης με το υπουργείο και την κυβερνητική πολιτική σε ένα πλαίσιο  αρχικά κρατικής στήριξης και επέκτασης του δημόσιου συστήματος υγείας αλλά και με σοβαρή επιρροή και λόγο της κομματικής βάσης του ΠΑΣΟΚ  (σαν μαζικό λαϊκό κόμμα εκείνη την περίοδο) πάνω στις διοικήσεις. Ο ενθουσιασμός και το όραμα διαρκούν μέχρι το 1985 με την στροφή στη λιτότητα και το πάγωμα των πιστώσεων.
Στις αρχές του 90, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί μια σαρωτική επίθεση στο ΕΣΥ. Η κρατική επιχορήγηση μειώνεται δραματικά (-28% το 1992 ,-9,4% το 1993) και τα ελλείμματα των νοσοκομείων εκτινάχτηκαν στα 150 δις δρχ.
Ο θεσμός του μάνατζερ εμφανίζεται για πρώτη φορά με τον νόμο Σούρλα 2071/1992 που μεταξύ άλλων προέβλεπε τις περικοπές στα κέντρα υγείας με την υπαγωγή τους στις νομαρχίες, την δυνατότητα άσκησης ιδιωτικού έργου από τους γιατρούς του ΕΣΥ, τις υποχρεωτικές μετατάξεις νοσηλευτών, την ίδρυση ιδιωτικών κλινικών, την αύξηση του νοσηλίου (πρώτα 300% και κατόπιν 600%), τα εισιτήρια στα εξωτερικά ιατρεία (1.000 δρχ) και την εισαγωγή(5.000δρχ), την αύξηση της συμμετοχής στα φάρμακα και την υποβάθμιση του ΕΟΦ και της κρατικής φαρμακαποθήκης και την σύναψη συμβάσεων των ταμείων με τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια και  διαγνωστικά κέντρα. Οι προσλήψεις γιατρών πάγωσαν και τα μέτρα συνοδεύτηκαν με κατασταλτική πολιτική με απόλυση 2.000 συμβασιούχων νοσηλευτών, αθρόες μετατάξεις και διώξεις, εφόδους στα νοσοκομεία για τον έλεγχο των εφημερευόντων γιατρών.
Οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία συγκρούστηκαν με αυτές τις επιθέσεις όλη την διάρκεια της τριετίας 1990-1993. Οι εργαζόμενοι στο Αγία Σοφία αντιμετώπισαν την βία των ΜΑΤ μέσα στους διαδρόμους του παιδιατρικού(!) νοσοκομείου. Στο πλευρό τους βρέθηκαν συμπαραστάτες οι εργαζόμενοι του Λαϊκού που κήρυξαν απεργία και διαδήλωσαν στην πύλη του Αγ. Σοφία. Το σύνθημα «αυτή η πολιτική δεν είναι της υγείας είναι του χιλιάρικου και της τρομοκρατίας» έγινε το κεντρικό σύνθημα των διαδηλωτών απεργών των νοσοκομείων
Ο νόμος Πεπονή το 1996 προβλέπει την ανάθεση της διαχείρισης των νοσοκομείων σε μάνατζερ, την αυτοδιαχείριση των νοσοκομείων που θα χρηματοδοτούνται από σφικτούς σφαιρικούς προϋπολογισμούς, με αύξηση των νοσηλίων  και με έντοκο δανεισμό από τις τράπεζες και την πώληση υπηρεσιών υγείας. Ο νόμος προέβλεπε επίσης την αξιολόγηση του κάθε νοσοκομείου με κριτήρια «κόστους-αποτελεσματικότητας» για να στηρίξουν τις απόπειρες περιορισμού της επιχορήγησης και το κλείσιμο τμημάτων και νοσοκομείων. Ο νόμος Πεπονή δεν ψηφίστηκε κάτω από τις αντιδράσεις με αιχμή την εικοσαήμερη απεργία των νοσοκομειακών γιατρών της ΕΙΝΑΠ που σύνδεσε το αίτημα για νέο μισθολόγιο με την απόρριψη του νομοσχεδίου. Η απεργία στηρίχτηκε στην δυναμική των γενικών συνελεύσεων και πήρε μαχητικές μορφές με απεργιακές επιτροπές. Η τότε συνδικαλιστική ηγεσία της ΠΑΣΚΕ, στην ΟΕΝΓΕ και στη ΠΟΕΔΗΝ, ήταν από την αρχή ενάντια στο αίτημα για απόσυρση και μιλούσε για τροποποιήσεις του νόμου.
Ο νόμος Γείτονα 2519/1997 είναι μια ακόμα απόπειρα εισαγωγής της αγοραίας λογικής με τον διορισμό μάνατζερς, τις συγχωνεύσεις  νοσοκομείων, την εισαγωγή σφαιρικών προϋπολογισμών, των ομοειδών διαγνωστικών ομάδων ασθενειών για να γίνουν περικοπές σε εξετάσεις και θεραπείες και τα απογευματινά ιατρεία. Οι διαρκείς απεργιακές κινητοποιήσεις των γιατρών και των νοσηλευτών είχαν σαν αποτέλεσμα να μην εφαρμοστεί νόμος παρά την ψήφιση του. Ο Γείτονας που προσπάθησε να περικόψει τις εφημερίες, βρέθηκε εκτός υπουργείου μετά τις κινητοποιήσεις των νοσοκομειακών γιατρών.
Στη δεύτερη τετραετία της κυβέρνησης  Σημίτη η νεοφιλελεύθερη επίθεση παίρνει πιο επιθετικές μορφές με κυρίαρχη την ιδεολογία και την πολιτική του εκσυγχρονισμού: οι κοινωνικές δαπάνες  και οι εργατικές κατακτήσεις πρέπει να θυσιαστούν στο όνομα  της ΟΝΕ για την μείωση του δημόσιου ελλείμματος και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός υγείας Α. Παπαδόπουλος παρουσιάζει τον Ιούλιο του 2000 το σχέδιο μεταρρύθμισης «Υγεία για τον πολίτη».
Τα βασικά σημεία του σχεδίου ήταν:
α) Η λειτουργία των νοσοκομείων σαν επιχειρήσεις με κατάργηση των εκπροσώπων των εργαζομένων και της τοπικής αυτοδιοίκησης και των εκλεγμένων επιστημονικών επιτροπών και τον συγκεντρωτικό έλεγχο από τον μάνατζερ και τους διευθυντές.
β)Η ίδρυση των Περιφερειακών Συστημάτων Υγείας (ΠΕΣΥ) με στόχο την περικοπή των προϋπολογισμών των νοσοκομείων, την κατάργηση και συγχώνευση νοσοκομείων και κλινικών, την απόδοση στον ιδιωτικό τομέα των υποστηρικτικών λειτουργιών των νοσοκομείων.
γ) Η δημιουργία του Οργανισμού Διαχείρισης Πόρων Υγείας (ΟΔΙΠΥ), ο οποίος συγκεντρώνει τους πόρους υγείας των ασφαλιστικών ταμείων και θα κάνει συμβάσεις με τον δημόσιο αλλά και τον ιδιωτικό τομέα. Η μεταφορά του κόστους περίθαλψης από τον κρατικό προϋπολογισμό στα ταμεία θα οδηγούσε στην επιβάρυνση των ταμείων, την μεταφορά πόρων στον ιδιωτικό τομέα, την κατηγοριοποίηση των ασθενών ανάλογα με την σύμβαση που θα έκανε το ταμείο τους, αλλά και σε απευθείας πληρωμές όσων δεν είχε συνάψει σύμβαση το ταμείο τους και βέβαια των ανασφάλιστων.
δ) Την ίδρυση απογευματινών ιατρείων που θα τα λειτουργούν γιατροί των ανώτερων βαθμίδων του ΕΣΥ με απευθείας πληρωμές των ασθενών.
ε)Το χτύπημα στα εργασιακά δικαιώματα με την άρση της μονιμότητας των νεοπροσλαμβανόμενων γιατρών, την αποδέσμευση του πτυχίου από το εργασιακό δικαίωμα με την καθιέρωση εξετάσεων για την έναρξη ειδικότητας, τις μετατάξεις και μετακινήσεις του προσωπικού.
Ο νόμος Παπαδόπουλου δεν πέρασε στο σύνολό του γιατί αντιμετώπισε έντονη κριτική και αντιστάσεις  στα νοσοκομεία αλλά και το σαρωτικό κύμα των απεργιών ενάντια στο Ασφαλιστικό του Γιαννίτση. Οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία προχώρησαν σε μια σειρά απεργιακές κινητοποιήσεις  που υποχρέωσαν την κυβέρνηση να εξαγγείλει αύξηση του νοσοκομειακού επιδόματος (από 15.000 σε 60.000 δρχ. το μήνα).
Επιπλέον, η μετατροπή των δημόσιων νοσοκομείων σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις απαιτούσε αύξηση της επιχορήγησης τους για αβέβαια οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα, πιθανή απειλή για τα επενδυτικά σχέδια των ιδιωτικών ομίλων και έτσι δεν επιλέχτηκε  η πολιτική του ανταγωνιστικού ΕΣΥ, αλλά του μαρασμού του με ζώνες εμπορευματοποίησης και ελεύθερο πεδίο για την κερδοσκοπία του ιδιωτικού τομέα.
Κάπως έτσι φτάσαμε στους  διοικητές των μνημονίων που  έγιναν οι ιμάντες μεταβίβασης των άθλιων πολιτικών Λοβέρδου και Γεωργιάδη: με κλείσιμο και συγχωνεύσεις νοσοκομείων, κατάργηση τμημάτων, κλινικών και κρεβατιών, με δραματική μείωση της χρηματοδότησης για υλικά και φάρμακα, με περικοπές σε εφημερίες και υπερωρίες, χαράτσια και αποκλεισμούς στους ασθενείς, ιδιωτικοποιήσεις υπηρεσιών, διώξεις συνδικαλιστικών κλπ.
Η σύντομη αυτή αναδρομή μας δείχνει ότι ο θεσμός του μάνατζερ-διοικητή είναι βασικός  νεοφιλελεύθερος θεσμός της αγοράς,  συμβατός με την πολιτική της λιτότητας, των περικοπών και των ιδιωτικοποιήσεων και σε καμιά περίπτωση  συμβατός με τις αρχές και το πρόγραμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: